ἐφάμιλλος

ἐφάμιλλος [], ον, ([etym.] ἅμιλλα)
A a match for, equal to, rivalling,

ἐ. γίγνεσθαί τινι X.Mem.3.3.12

, Isoc.1.12 codd.;

ἀρχὴ ἐ. ταῖς μεγίσταις Plb. 32.8.3

; τὸ ἐ. equality, evenness, Plu.2.153f. Adv. -λως

, ἀγωνίσασθαι Id.Cleom.39

, cf.Aristaenet.1.2.
II [voice] Pass., regarded as an object of rivalry or contention,

ἐφαμίλλου τῆς εἰς τὴν πατρίδα εὐνοίας ἐν κοινῷ πᾶσι κειμένης D.18.320

;

ἐφάμιλλον ποιεῖν τι Id.20.102

;

νίκην ἐ. ποιεῖν Plu. 2.214d

;

ὅπως ἐφάμιλλον ᾖ πᾶσι . . φιλοδοξεῖν IG22.1227.20

, cf. 1292.18.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐφάμιλλος — a match for masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφάμιλλος — η, ο (ΑΜ ἐφάμιλλος, ον) άξιος να έλθει σε άμιλλα με άλλον, να παραβληθεί με κάποιον ή με κάτι, ισάξιος (α. «τα ελληνικά υφάσματα είναι εφάμιλλα τών ευρωπαϊκών» β. «τῶν πιστῶν ὑπογραμμός, τῶν μαρτύρων ἐφάμιλλος», Μηναί. γ. «ἀρχή ἐφάμιλλος ταῑς… …   Dictionary of Greek

  • εφάμιλλος — η, ο 1. ο άξιος να παραβγεί με κάποιον. 2. τόσο άξιος, όσο και κάποιος άλλος, ισόπαλος, ισάξιος: Τα ελληνικά προϊόντα είναι εφάμιλλα των ευρωπαϊκών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφαμίλλω — ἐφάμιλλος a match for masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἐφάμιλλος a match for masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμίλλως — ἐφάμιλλος a match for adverbial ἐφάμιλλος a match for masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφάμιλλον — ἐφάμιλλος a match for masc/fem acc sg ἐφάμιλλος a match for neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμίλλοις — ἐφάμιλλος a match for masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμίλλου — ἐφάμιλλος a match for masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμίλλους — ἐφάμιλλος a match for masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμίλλων — ἐφάμιλλος a match for masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμίλλῳ — ἐφάμιλλος a match for masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.